かぎ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εγκαταλείπω, απογοητεύομαι από κάποιον, γυρίζω την πλάτη σε κάποιον, παρατάω, εγκαταλείπω στην τύχη τους

Κλίση

Παρόν (απλό)
見限る
Παρόν (ευγενικό)
見限ります
Άρνηση (απλή)
見限らない
Άρνηση (ευγενική)
見限りません
Παρελθόν (απλό)
見限った
Παρελθόν (ευγενικό)
見限りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
見限らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
見限りませんでした
Τε-μορφή
見限って
Δυνητική
見限れる
Προστακτική
見限れ
Βουλητική
見限ろう
Υποθετική (ば)
見限れば