視える
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 γίνομαι ορατός (κυρίως για κάτι άυλο, πνευματικό, υπερφυσικό κ.λπ.), εμφανίζομαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 視える
- Παρόν (ευγενικό)
- 視えます
- Άρνηση (απλή)
- 視えない
- Άρνηση (ευγενική)
- 視えません
- Παρελθόν (απλό)
- 視えた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 視えました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 視えなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 視えませんでした
- Τε-μορφή
- 視えて
- Δυνητική
- 視えられる
- Προστακτική
- 視えろ
- Βουλητική
- 視えよう
- Υποθετική (ば)
- 視えれば
- Υποθετική (たら)
- 視えたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 視えたい
- Απαγορευτική (~な)
- 視えるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 視えなさい
- Παθητική
- 視えられる
- Αιτιατική
- 視えさせる