せんとす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χαμηλώνω το βλέμμα μου, στρέφω το βλέμμα προς τα κάτω

Παραδείγματα

  • わたし視線しせんとす

    Χαμηλώνω το βλέμμα μου.

  • ずかしくて、かれ視線しせんとした

    Επειδή ντρεπόταν, χαμήλωσε το βλέμμα του.

  • しかられた子供こどものように、彼女かのじょ視線しせんとしてだまんだ。

    Σαν παιδί που το έχουν μαλώσει, χαμήλωσε το βλέμμα της και σώπασε.

Κλίση

Παρόν (απλό)
視線を落とす
Παρόν (ευγενικό)
視線を落とします
Άρνηση (απλή)
視線を落とさない
Άρνηση (ευγενική)
視線を落としません
Παρελθόν (απλό)
視線を落とした
Παρελθόν (ευγενικό)
視線を落としました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
視線を落とさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
視線を落としませんでした
Τε-μορφή
視線を落として
Δυνητική
視線を落とせる
Προστακτική
視線を落とせ
Βουλητική
視線を落とそう
Υποθετική (ば)
視線を落とせば