のぞかせる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αφήνω να φανεί εν μέρει, αποκαλύπτω στιγμιαία, επιδεικνύω εν συντομία
  2. 02 περνώ μερικώς το χέρι μου κάτω από το χέρι του αντιπάλου

Κλίση

Παρόν (απλό)
覗かせる
Παρόν (ευγενικό)
覗かせます
Άρνηση (απλή)
覗かせない
Άρνηση (ευγενική)
覗かせません
Παρελθόν (απλό)
覗かせた
Παρελθόν (ευγενικό)
覗かせました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
覗かせなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
覗かせませんでした
Τε-μορφή
覗かせて
Δυνητική
覗かせられる
Προστακτική
覗かせろ
Βουλητική
覗かせよう
Υποθετική (ば)
覗かせれば