のぞ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κοιτάζω μέσα, σκύβω για να κοιτάξω μέσα, κρυφοκοιτάζω μέσα

Παραδείγματα

  • 子供こどもはこのぞ

    Το παιδί κοιτάζει μέσα στο κουτί.

  • かれくらあなのぞんだ

    Αυτός έσκυψε και κοίταξε μέσα στην σκοτεινή τρύπα.

  • 彼女かのじょはベビーカーのなかやさしくのぞみ、あかちゃんに微笑ほほえみかけた。

    Έσκυψε απαλά μέσα στο καρότσι του μωρού και του χαμογέλασε.

Κλίση

Παρόν (απλό)
覗き込む
Παρόν (ευγενικό)
覗き込みます
Άρνηση (απλή)
覗き込まない
Άρνηση (ευγενική)
覗き込みません
Παρελθόν (απλό)
覗き込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
覗き込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
覗き込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
覗き込みませんでした
Τε-μορφή
覗き込んで
Δυνητική
覗き込める
Προστακτική
覗き込め
Βουλητική
覗き込もう
Υποθετική (ば)
覗き込めば