ます

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξυπνώ, αφυπνίζω
  2. 02 επαναφέρω στην πραγματικότητα, συνετίζω
  3. 03 ξεμεθώ
  4. 04 αποθαρρύνω, ρίχνω το ηθικό, χαλάω τη διάθεση

Κλίση

Παρόν (απλό)
覚ます
Παρόν (ευγενικό)
覚まします
Άρνηση (απλή)
覚まさない
Άρνηση (ευγενική)
覚ましません
Παρελθόν (απλό)
覚ました
Παρελθόν (ευγενικό)
覚ましました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
覚まさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
覚ましませんでした
Τε-μορφή
覚まして
Δυνητική
覚ませる
Προστακτική
覚ませ
Βουλητική
覚まそう
Υποθετική (ば)
覚ませば