かく

ουσιαστικό, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ετοιμότητα, ψυχική προετοιμασία
  2. 02 αποφασιστικότητα, σταθερή απόφαση
  3. 03 αποδοχή του πεπρωμένου, παραίτηση

Παραδείγματα

  • 覚悟かくご必要ひつようです。

    Χρειάζεται αποφασιστικότητα.

  • かれ困難こんなんかう覚悟かくごめた。

    Ήταν αποφασισμένος να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες.

  • 結果けっかがどうであれ、責任せきにん覚悟かくごがある。

    Είμαι έτοιμος να αναλάβω την ευθύνη, όποια κι αν είναι η έκβαση.

Κλίση

Παρόν (απλό)
覚悟する
Παρόν (ευγενικό)
覚悟します
Άρνηση (απλή)
覚悟しない
Άρνηση (ευγενική)
覚悟しません
Παρελθόν (απλό)
覚悟した
Παρελθόν (ευγενικό)
覚悟しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
覚悟しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
覚悟しませんでした
Τε-μορφή
覚悟して
Δυνητική
覚悟できる
Προστακτική
覚悟しろ
Βουλητική
覚悟しよう
Υποθετική (ば)
覚悟すれば