おぼつかない

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αβέβαιος, αμφίβολος, μη ελπιδοφόρος
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα αναξιόπιστος, ασταθής, επισφαλής, τρεμάμενος, διστακτικός
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα ασαφής, αόριστος, θολός, δυσδιάκριτος

Κλίση

Παρόν (απλό)
覚束ない
Παρόν (ευγενικό)
覚束ないです
Άρνηση (απλή)
覚束なくない
Άρνηση (ευγενική)
覚束なくないです
Παρελθόν (απλό)
覚束なかった
Παρελθόν (ευγενικό)
覚束なかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
覚束なくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
覚束なくなかったです
Τε-μορφή
覚束なくて
Υποθετική (ば)
覚束なければ