かく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αντίληψη, κατανόηση
  2. 02 γνωστοποίηση (πυρκαγιάς, συμβάντος κ.λπ. από τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης), πληροφορούμαι, συνειδητοποίηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
覚知する
Παρόν (ευγενικό)
覚知します
Άρνηση (απλή)
覚知しない
Άρνηση (ευγενική)
覚知しません
Παρελθόν (απλό)
覚知した
Παρελθόν (ευγενικό)
覚知しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
覚知しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
覚知しませんでした
Τε-μορφή
覚知して
Δυνητική
覚知できる
Προστακτική
覚知しろ
Βουλητική
覚知しよう
Υποθετική (ば)
覚知すれば