したしい

επίθετο | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στενός (π.χ. φίλος), οικείος, φιλικός
  2. 02 γνώριμος (π.χ. ιστορία), οικείος, γνωστός (σε κάποιον)
  3. 03 στενός (π.χ. συγγενής), στενά συγγενικός

Παραδείγματα

  • かれわたししたしい友達ともだちです。

    Αυτός είναι ο στενός μου φίλος.

  • 彼女かのじょとは、もう何年なんねんしたしくしています。

    Με αυτήν έχουμε στενή σχέση εδώ και πολλά χρόνια.

  • おさなころからのしたしい友人ゆうじんとは、たがいの人生じんせい節目ふしめかた貴重きちょう時間じかんすごごしています。

    Με τους στενούς φίλους από την παιδική μας ηλικία, περνάμε πολύτιμο χρόνο συζητώντας για τις σημαντικές στιγμές της ζωής μας.

Κλίση

Παρόν (απλό)
親しい
Παρόν (ευγενικό)
親しいです
Άρνηση (απλή)
親しくない
Άρνηση (ευγενική)
親しくないです
Παρελθόν (απλό)
親しかった
Παρελθόν (ευγενικό)
親しかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
親しくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
親しくなかったです
Τε-μορφή
親しくて
Υποθετική (ば)
親しければ