親に叛く
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 παρακούω τους γονείς μου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 親に叛く
- Παρόν (ευγενικό)
- 親に叛きます
- Άρνηση (απλή)
- 親に叛かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 親に叛きません
- Παρελθόν (απλό)
- 親に叛いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 親に叛きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 親に叛かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 親に叛きませんでした
- Τε-μορφή
- 親に叛いて
- Δυνητική
- 親に叛ける
- Προστακτική
- 親に叛け
- Βουλητική
- 親に叛こう
- Υποθετική (ば)
- 親に叛けば
- Υποθετική (たら)
- 親に叛いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 親に叛きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 親に叛くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 親に叛きなさい
- Παθητική
- 親に叛かれる
- Αιτιατική
- 親に叛かせる