おやのすねをかじる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός εξαρτώμαι οικονομικά από τους γονείς μου, τρώω τα έτοιμα των γονιών μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
親のすねをかじる
Παρόν (ευγενικό)
親のすねをかじります
Άρνηση (απλή)
親のすねをかじらない
Άρνηση (ευγενική)
親のすねをかじりません
Παρελθόν (απλό)
親のすねをかじった
Παρελθόν (ευγενικό)
親のすねをかじりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
親のすねをかじらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
親のすねをかじりませんでした
Τε-μορφή
親のすねをかじって
Δυνητική
親のすねをかじれる
Προστακτική
親のすねをかじれ
Βουλητική
親のすねをかじろう
Υποθετική (ば)
親のすねをかじれば