おやくるしめる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προκαλώ στενοχώρια στους γονείς μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
親を苦しめる
Παρόν (ευγενικό)
親を苦しめます
Άρνηση (απλή)
親を苦しめない
Άρνηση (ευγενική)
親を苦しめません
Παρελθόν (απλό)
親を苦しめた
Παρελθόν (ευγενικό)
親を苦しめました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
親を苦しめなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
親を苦しめませんでした
Τε-μορφή
親を苦しめて
Δυνητική
親を苦しめられる
Προστακτική
親を苦しめろ
Βουλητική
親を苦しめよう
Υποθετική (ば)
親を苦しめれば