おやバレ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη αποκάλυψη από τους γονείς (ενός μυστικού, παραπτώματος, κ.λπ.), το να σε ανακαλύψουν οι γονείς σου

Κλίση

Παρόν (απλό)
親バレする
Παρόν (ευγενικό)
親バレします
Άρνηση (απλή)
親バレしない
Άρνηση (ευγενική)
親バレしません
Παρελθόν (απλό)
親バレした
Παρελθόν (ευγενικό)
親バレしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
親バレしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
親バレしませんでした
Τε-μορφή
親バレして
Δυνητική
親バレできる
Προστακτική
親バレしろ
Βουλητική
親バレしよう
Υποθετική (ば)
親バレすれば