おやこう

ουσιαστικό, ρήμα, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έλλειψη υιικής ευλάβειας, ανυπακοή προς τους γονείς

Κλίση

Παρόν (απλό)
親不孝する
Παρόν (ευγενικό)
親不孝します
Άρνηση (απλή)
親不孝しない
Άρνηση (ευγενική)
親不孝しません
Παρελθόν (απλό)
親不孝した
Παρελθόν (ευγενικό)
親不孝しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
親不孝しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
親不孝しませんでした
Τε-μορφή
親不孝して
Δυνητική
親不孝できる
Προστακτική
親不孝しろ
Βουλητική
親不孝しよう
Υποθετική (ば)
親不孝すれば