おやもとはなれる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φεύγω από το πατρικό μου, εγκαταλείπω την πατρική εστία, ανεξαρτητοποιούμαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
親元を離れる
Παρόν (ευγενικό)
親元を離れます
Άρνηση (απλή)
親元を離れない
Άρνηση (ευγενική)
親元を離れません
Παρελθόν (απλό)
親元を離れた
Παρελθόν (ευγενικό)
親元を離れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
親元を離れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
親元を離れませんでした
Τε-μορφή
親元を離れて
Δυνητική
親元を離れられる
Προστακτική
親元を離れろ
Βουλητική
親元を離れよう
Υποθετική (ば)
親元を離れれば