しんこく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έγκληση, μήνυση που κατατίθεται από το θύμα του εγκλήματος

Κλίση

Παρόν (απλό)
親告する
Παρόν (ευγενικό)
親告します
Άρνηση (απλή)
親告しない
Άρνηση (ευγενική)
親告しません
Παρελθόν (απλό)
親告した
Παρελθόν (ευγενικό)
親告しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
親告しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
親告しませんでした
Τε-μορφή
親告して
Δυνητική
親告できる
Προστακτική
親告しろ
Βουλητική
親告しよう
Υποθετική (ば)
親告すれば