親孝行
ουσιαστικό, ρήμα, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 υϊική ευλάβεια, φροντίδα προς τους γονείς, αφοσίωση στους γονείς
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 親孝行する
- Παρόν (ευγενικό)
- 親孝行します
- Άρνηση (απλή)
- 親孝行しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 親孝行しません
- Παρελθόν (απλό)
- 親孝行した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 親孝行しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 親孝行しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 親孝行しませんでした
- Τε-μορφή
- 親孝行して
- Δυνητική
- 親孝行できる
- Προστακτική
- 親孝行しろ
- Βουλητική
- 親孝行しよう
- Υποθετική (ば)
- 親孝行すれば
- Υποθετική (たら)
- 親孝行したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 親孝行したい
- Απαγορευτική (~な)
- 親孝行するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 親孝行しなさい
- Παθητική
- 親孝行される
- Αιτιατική
- 親孝行させる