親おや父じ

ουσιαστικό | N1 | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: しんぷ

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα οικείο πατέρας, μπαμπάς, ο γέρος μου
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα οικείο άντρας μέσης ηλικίας (ή μεγαλύτερος), γέρος, ηλικιωμένος
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα οικείο αφεντικό, προϊστάμενος
  4. 04 συνήθως γραμμένο με κάνα ιδιοκτήτης (εστιατορίου, καταστήματος κ.λπ.), σπιτονοικοκύρης
  5. 05 συνήθως γραμμένο με κάνα γκρίζλι

Παραδείγματα

  • 親父おやじは働はたらきます。

    Ο μπαμπάς μου δουλεύει.

  • 親父おやじはよく昔話むかしばなしをします。

    Ο μπαμπάς μου λέει συχνά παλιές ιστορίες.

  • あのラーメン屋やの親父おやじさんは、とても気前きまえの良よい人ひとだよ。

    Ο μπάρμπας στο ραμενάδικο είναι πολύ καλός άνθρωπος, πολύ φιλότιμος.