おやばな

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανεξαρτητοποίηση από τους γονείς

Κλίση

Παρόν (απλό)
親離れする
Παρόν (ευγενικό)
親離れします
Άρνηση (απλή)
親離れしない
Άρνηση (ευγενική)
親離れしません
Παρελθόν (απλό)
親離れした
Παρελθόν (ευγενικό)
親離れしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
親離れしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
親離れしませんでした
Τε-μορφή
親離れして
Δυνητική
親離れできる
Προστακτική
親離れしろ
Βουλητική
親離れしよう
Υποθετική (ば)
親離れすれば