親しん

ουσιαστικό, πρόθημα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: おや

  1. 01 οικειότητα, στενή σχέση, φιλικότητα
  2. 02 στενός συγγενής
  3. 03 πρόθημα φιλο- (π.χ. φιλοαμερικανικός)

Παραδείγματα

  • この親しんしい関係かんけいが大切たいせつです。

    Αυτή η στενή σχέση είναι σημαντική.

  • 私わたしたちは親しんしい友人ゆうじんなので、何なにでも話はなせます。

    Είμαστε στενοί φίλοι, οπότε μπορούμε να μιλήσουμε για τα πάντα.

  • 彼かれは親しんイスラエル派はとして、その政策せいさくを支持しじする姿勢しせいを明確めいかくにしています。

    Ως φιλο-ισραηλινή πλευρά, έχει ξεκαθαρίσει τη στάση του υπέρ αυτής της πολιτικής.