かんげき

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρακολούθηση θεατρικής παράστασης

Κλίση

Παρόν (απλό)
観劇する
Παρόν (ευγενικό)
観劇します
Άρνηση (απλή)
観劇しない
Άρνηση (ευγενική)
観劇しません
Παρελθόν (απλό)
観劇した
Παρελθόν (ευγενικό)
観劇しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
観劇しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
観劇しませんでした
Τε-μορφή
観劇して
Δυνητική
観劇できる
Προστακτική
観劇しろ
Βουλητική
観劇しよう
Υποθετική (ば)
観劇すれば