かんねん

ουσιαστικό, ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδέα, έννοια, αντίληψη
  2. 02 αίσθηση (π.χ. καθήκοντος)
  3. 03 παραίτηση, αποδοχή (της μοίρας), ετοιμότητα
  4. 04 παρατήρηση και στοχασμός, διαλογισμός

Παραδείγματα

  • わたしにはあたらしい観念かんねんがあります。

    Έχω μια καινούργια ιδέα.

  • かれ失敗しっぱい観念かんねんしました

    Αποδέχτηκε την αποτυχία του.

  • 人生じんせいにおけるという観念かんねんは、だれにとってもおもいものです。

    Η έννοια του θανάτου στη ζωή είναι κάτι βαρύ για τον καθένα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
観念する
Παρόν (ευγενικό)
観念します
Άρνηση (απλή)
観念しない
Άρνηση (ευγενική)
観念しません
Παρελθόν (απλό)
観念した
Παρελθόν (ευγενικό)
観念しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
観念しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
観念しませんでした
Τε-μορφή
観念して
Δυνητική
観念できる
Προστακτική
観念しろ
Βουλητική
観念しよう
Υποθετική (ば)
観念すれば