かんねん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδεασμός, η διαδικασία σχηματισμού και συσχετισμού ιδεών
  2. 02 ιδεάζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
観念化する
Παρόν (ευγενικό)
観念化します
Άρνηση (απλή)
観念化しない
Άρνηση (ευγενική)
観念化しません
Παρελθόν (απλό)
観念化した
Παρελθόν (ευγενικό)
観念化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
観念化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
観念化しませんでした
Τε-μορφή
観念化して
Δυνητική
観念化できる
Προστακτική
観念化しろ
Βουλητική
観念化しよう
Υποθετική (ば)
観念化すれば