かんげつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κανγκέτσου, η θέαση του φεγγαριού (ιδιαίτερα κατά τον όγδοο μήνα του σεληνιακού ημερολογίου)

Κλίση

Παρόν (απλό)
観月する
Παρόν (ευγενικό)
観月します
Άρνηση (απλή)
観月しない
Άρνηση (ευγενική)
観月しません
Παρελθόν (απλό)
観月した
Παρελθόν (ευγενικό)
観月しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
観月しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
観月しませんでした
Τε-μορφή
観月して
Δυνητική
観月できる
Προστακτική
観月しろ
Βουλητική
観月しよう
Υποθετική (ば)
観月すれば