かんてんえる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αλλάζω οπτική γωνία

Κλίση

Παρόν (απλό)
観点を変える
Παρόν (ευγενικό)
観点を変えます
Άρνηση (απλή)
観点を変えない
Άρνηση (ευγενική)
観点を変えません
Παρελθόν (απλό)
観点を変えた
Παρελθόν (ευγενικό)
観点を変えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
観点を変えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
観点を変えませんでした
Τε-μορφή
観点を変えて
Δυνητική
観点を変えられる
Προστακτική
観点を変えろ
Βουλητική
観点を変えよう
Υποθετική (ば)
観点を変えれば