つのえる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φυτρώνουν κέρατα
  2. 02 οργίζομαι, γίνομαι ζηλιάρης

Κλίση

Παρόν (απλό)
角が生える
Παρόν (ευγενικό)
角が生えます
Άρνηση (απλή)
角が生えない
Άρνηση (ευγενική)
角が生えません
Παρελθόν (απλό)
角が生えた
Παρελθόν (ευγενικό)
角が生えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
角が生えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
角が生えませんでした
Τε-μορφή
角が生えて
Δυνητική
角が生えられる
Προστακτική
角が生えろ
Βουλητική
角が生えよう
Υποθετική (ば)
角が生えれば