つのめてうしころ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός πετάω το παιδί μαζί με τα απόνερα, χάνω την ουσία για χάρη μιας ασήμαντης λεπτομέρειας, επιδιώκω τη διόρθωση μιας ασήμαντης λεπτομέρειας με αποτέλεσμα την καταστροφή του όλου, ισιώνω τα κέρατα και σκοτώνω το βόδι

Κλίση

Παρόν (απλό)
角を矯めて牛を殺す
Παρόν (ευγενικό)
角を矯めて牛を殺します
Άρνηση (απλή)
角を矯めて牛を殺さない
Άρνηση (ευγενική)
角を矯めて牛を殺しません
Παρελθόν (απλό)
角を矯めて牛を殺した
Παρελθόν (ευγενικό)
角を矯めて牛を殺しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
角を矯めて牛を殺さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
角を矯めて牛を殺しませんでした
Τε-μορφή
角を矯めて牛を殺して
Δυνητική
角を矯めて牛を殺せる
Προστακτική
角を矯めて牛を殺せ
Βουλητική
角を矯めて牛を殺そう
Υποθετική (ば)
角を矯めて牛を殺せば