かど

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 είμαι αιχμηρός, γίνομαι τραχύς

Κλίση

Παρόν (απλό)
角立つ
Παρόν (ευγενικό)
角立ちます
Άρνηση (απλή)
角立たない
Άρνηση (ευγενική)
角立ちません
Παρελθόν (απλό)
角立った
Παρελθόν (ευγενικό)
角立ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
角立たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
角立ちませんでした
Τε-μορφή
角立って
Δυνητική
角立てる
Προστακτική
角立て
Βουλητική
角立とう
Υποθετική (ば)
角立てば