きほぐす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξεμπλέκω, ξετυλίγω
  2. 02 χαλαρώνω, μαλακώνω, ανακουφίζω (π.χ. στρες, ένταση), αίρω (π.χ. αμφιβολία)

Κλίση

Παρόν (απλό)
解きほぐす
Παρόν (ευγενικό)
解きほぐします
Άρνηση (απλή)
解きほぐさない
Άρνηση (ευγενική)
解きほぐしません
Παρελθόν (απλό)
解きほぐした
Παρελθόν (ευγενικό)
解きほぐしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
解きほぐさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
解きほぐしませんでした
Τε-μορφή
解きほぐして
Δυνητική
解きほぐせる
Προστακτική
解きほぐせ
Βουλητική
解きほぐそう
Υποθετική (ば)
解きほぐせば