解く
ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: ほどく
- 01 λύνω, ξεκουμπώνω, ξετυλίγω, ξεμπλέκω, ξεπακετάρω
- 02 ξηλώνω
- 03 λύνω, επιλύω, απαντώ
- 04 διαλύω (π.χ. παρεξήγηση), ξεκαθαρίζω, αίρω (π.χ. υποψία), κατευνάζω
- 05 ακυρώνω (π.χ. ένα συμβόλαιο), καταργώ, αίρω (π.χ. μια απαγόρευση), λύνω (π.χ. πολιορκία)
- 06 απαλλάσσω (από καθήκον), ανακουφίζω, απολύω
- 07 συνήθως γραμμένο με κάνα γράφεται και ως 梳く χτενίζω, ξαίνω, ξεμπερδεύω (π.χ. μαλλιά)
Παραδείγματα
-
問題を解きます。
Λύνω ένα πρόβλημα.
-
彼との誤解を解きたいです。
Θέλω να λύσω την παρεξήγηση μαζί του.
-
長い会議の後、みんなで冗談を言いあって緊張を解きました。
Μετά τη μακρά σύσκεψη, όλοι αστειευτήκαμε για να διαλύσουμε την ένταση.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 解く
- Παρόν (ευγενικό)
- 解きます
- Άρνηση (απλή)
- 解かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 解きません
- Παρελθόν (απλό)
- 解いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 解きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 解かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 解きませんでした
- Τε-μορφή
- 解いて
- Δυνητική
- 解ける
- Προστακτική
- 解け
- Βουλητική
- 解こう
- Υποθετική (ば)
- 解けば
- Υποθετική (たら)
- 解いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 解きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 解くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 解きなさい
- Παθητική
- 解かれる
- Αιτιατική
- 解かせる