ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καταλήγω σε αμοιβαία κατανόηση
  2. 02 ακυρώνομαι αμοιβαία (για συμβόλαιο, κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
解け合う
Παρόν (ευγενικό)
解け合います
Άρνηση (απλή)
解け合わない
Άρνηση (ευγενική)
解け合いません
Παρελθόν (απλό)
解け合った
Παρελθόν (ευγενικό)
解け合いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
解け合わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
解け合いませんでした
Τε-μορφή
解け合って
Δυνητική
解け合える
Προστακτική
解け合え
Βουλητική
解け合おう
Υποθετική (ば)
解け合えば