かいする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κατανοώ, αντιλαμβάνομαι
  2. 02 ερμηνεύω

Κλίση

Παρόν (απλό)
解する
Παρόν (ευγενικό)
解します
Άρνηση (απλή)
解しない
Άρνηση (ευγενική)
解しません
Παρελθόν (απλό)
解した
Παρελθόν (ευγενικό)
解しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
解しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
解しませんでした
Τε-μορφή
解して
Δυνητική
解できる
Προστακτική
解しろ
Βουλητική
解しよう
Υποθετική (ば)
解すれば