解す
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: げす , かいす , ほつす
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ξεμπλέκω, ξετυλίγω, λύνω, χαλαρώνω
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα διαλύω σε κομμάτια, ξεχωρίζω, ψιλοκόβω (ψάρι)
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα ανακουφίζω, καταπραΰνω, χαλαρώνω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 解す
- Παρόν (ευγενικό)
- 解します
- Άρνηση (απλή)
- 解さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 解しません
- Παρελθόν (απλό)
- 解した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 解しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 解さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 解しませんでした
- Τε-μορφή
- 解して
- Δυνητική
- 解せる
- Προστακτική
- 解せ
- Βουλητική
- 解そう
- Υποθετική (ば)
- 解せば
- Υποθετική (たら)
- 解したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 解したい
- Απαγορευτική (~な)
- 解すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 解しなさい
- Παθητική
- 解される
- Αιτιατική
- 解させる