解せない
άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 ακατανόητος, δυσνόητος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 解せない
- Παρόν (ευγενικό)
- 解せないです
- Άρνηση (απλή)
- 解せなくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 解せなくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 解せなかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 解せなかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 解せなくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 解せなくなかったです
- Τε-μορφή
- 解せなくて
- Υποθετική (ば)
- 解せなければ
- Υποθετική (たら)
- 解せなかったら