かい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τερματισμός, διακοπή

Κλίση

Παρόν (απλό)
解止する
Παρόν (ευγενικό)
解止します
Άρνηση (απλή)
解止しない
Άρνηση (ευγενική)
解止しません
Παρελθόν (απλό)
解止した
Παρελθόν (ευγενικό)
解止しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
解止しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
解止しませんでした
Τε-μορφή
解止して
Δυνητική
解止できる
Προστακτική
解止しろ
Βουλητική
解止しよう
Υποθετική (ば)
解止すれば