解かい消しょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ακύρωση, εκκαθάριση, επίλυση, μείωση (π.χ. του στρες)

Παραδείγματα

  • ストレスを解消かいしょうします。

    Μειώνω το στρες.

  • 問題もんだいを解消かいしょうするために皆みなで話し合はなしあいました。

    Συζητήσαμε όλοι μαζί για να λύσουμε το πρόβλημα.

  • 長ながらく続つづいていた二国間にこくかんの貿易摩擦ぼうえきまさつが、今回こんかいの交渉こうしょうによってようやく解消かいしょうされる見込みこみです。

    Αναμένεται ότι η μακροχρόνια εμπορική τριβή μεταξύ των δύο χωρών θα επιλυθεί επιτέλους χάρη στις τρέχουσες διαπραγματεύσεις.

Κλίση

Παρόν (απλό)
解消する
Παρόν (ευγενικό)
解消します
Άρνηση (απλή)
解消しない
Άρνηση (ευγενική)
解消しません
Παρελθόν (απλό)
解消した
Παρελθόν (ευγενικό)
解消しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
解消しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
解消しませんでした
Τε-μορφή
解消して
Δυνητική
解消できる
Προστακτική
解消しろ
Βουλητική
解消しよう
Υποθετική (ば)
解消すれば