かいきん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 άρση απαγόρευσης, κατάργηση εμπάργκο, έναρξη περιόδου (κυνηγιού, ψαρέματος κ.λπ.)
  2. 02 καθομιλουμένη δημοσιοποίηση περιεχομένου, αποκάλυψη πληροφοριών

Κλίση

Παρόν (απλό)
解禁する
Παρόν (ευγενικό)
解禁します
Άρνηση (απλή)
解禁しない
Άρνηση (ευγενική)
解禁しません
Παρελθόν (απλό)
解禁した
Παρελθόν (ευγενικό)
解禁しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
解禁しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
解禁しませんでした
Τε-μορφή
解禁して
Δυνητική
解禁できる
Προστακτική
解禁しろ
Βουλητική
解禁しよう
Υποθετική (ば)
解禁すれば