触れ回る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διαδίδω παντού (νέα, φήμες κ.λπ.), διατυμπανίζω, κυκλοφορώ, γνωστοποιώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 触れ回る
- Παρόν (ευγενικό)
- 触れ回ります
- Άρνηση (απλή)
- 触れ回らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 触れ回りません
- Παρελθόν (απλό)
- 触れ回った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 触れ回りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 触れ回らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 触れ回りませんでした
- Τε-μορφή
- 触れ回って
- Δυνητική
- 触れ回れる
- Προστακτική
- 触れ回れ
- Βουλητική
- 触れ回ろう
- Υποθετική (ば)
- 触れ回れば
- Υποθετική (たら)
- 触れ回ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 触れ回りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 触れ回るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 触れ回りなさい
- Παθητική
- 触れ回られる
- Αιτιατική
- 触れ回らせる