ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αυτοπαρουσιάζομαι ως, εμφανίζομαι ως
  2. 02 διαφημίζω, ανακοινώνω, γνωστοποιώ δημόσια

Κλίση

Παρόν (απλό)
触れ込む
Παρόν (ευγενικό)
触れ込みます
Άρνηση (απλή)
触れ込まない
Άρνηση (ευγενική)
触れ込みません
Παρελθόν (απλό)
触れ込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
触れ込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
触れ込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
触れ込みませんでした
Τε-μορφή
触れ込んで
Δυνητική
触れ込める
Προστακτική
触れ込め
Βουλητική
触れ込もう
Υποθετική (ば)
触れ込めば