言いいかける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχίζω να λέω, επιχειρώ να πω, πάω να πω, διακόπτω (τη φράση στη μέση)
  2. 02 μιλώ σε, απευθύνομαι σε

Παραδείγματα

  • 彼かれが何なにかを言いいかけた。

    Αυτός πήγε να πει κάτι.

  • 彼女かのじょは何なにか言いいかけたが、途中とちゅうでやめた。

    Αυτή άρχισε να λέει κάτι, αλλά το σταμάτησε στη μέση.

  • 私わたしが彼かれに思い切おもいきって本音ほんねを言いいかけたその時とき、別べつの人ひとが話はなしに割わり込こんできた。

    Τη στιγμή που επιτέλους πήγα να του πω την αλήθεια μου, κάποιος άλλος διέκοψε τη συζήτηση.

Κλίση

Παρόν (απλό)
言いかける
Παρόν (ευγενικό)
言いかけます
Άρνηση (απλή)
言いかけない
Άρνηση (ευγενική)
言いかけません
Παρελθόν (απλό)
言いかけた
Παρελθόν (ευγενικό)
言いかけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
言いかけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
言いかけませんでした
Τε-μορφή
言いかけて
Δυνητική
言いかけられる
Προστακτική
言いかけろ
Βουλητική
言いかけよう
Υποθετική (ば)
言いかければ