言いくるめる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εξαπατώ (με λόγια), παρασύρω, πείθω, δικαιολογώ (π.χ. δυσάρεστα στοιχεία), αντικρούω με επιχειρήματα, κολακεύω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 言いくるめる
- Παρόν (ευγενικό)
- 言いくるめます
- Άρνηση (απλή)
- 言いくるめない
- Άρνηση (ευγενική)
- 言いくるめません
- Παρελθόν (απλό)
- 言いくるめた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 言いくるめました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 言いくるめなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 言いくるめませんでした
- Τε-μορφή
- 言いくるめて
- Δυνητική
- 言いくるめられる
- Προστακτική
- 言いくるめろ
- Βουλητική
- 言いくるめよう
- Υποθετική (ば)
- 言いくるめれば
- Υποθετική (たら)
- 言いくるめたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 言いくるめたい
- Απαγορευτική (~な)
- 言いくるめるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 言いくるめなさい
- Παθητική
- 言いくるめられる
- Αιτιατική
- 言いくるめさせる