いつける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διατάζω, δίνω οδηγίες, δίνω εντολή
  2. 02 καταδίδω, αναφέρω (σε κάποιον ανώτερο)
  3. 03 συνηθίζω να λέω, λέω συχνά

Κλίση

Παρόν (απλό)
言いつける
Παρόν (ευγενικό)
言いつけます
Άρνηση (απλή)
言いつけない
Άρνηση (ευγενική)
言いつけません
Παρελθόν (απλό)
言いつけた
Παρελθόν (ευγενικό)
言いつけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
言いつけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
言いつけませんでした
Τε-μορφή
言いつけて
Δυνητική
言いつけられる
Προστακτική
言いつけろ
Βουλητική
言いつけよう
Υποθετική (ば)
言いつければ