言い伝える
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διηγούμαι, μεταφέρω από γενιά σε γενιά (μια ιστορία, θρύλο, κλπ.)
- 02 διαδίδω (μια φήμη, νέα, κλπ.), κυκλοφορώ
- 03 στέλνω μήνυμα, διαβιβάζω (ένα μήνυμα)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 言い伝える
- Παρόν (ευγενικό)
- 言い伝えます
- Άρνηση (απλή)
- 言い伝えない
- Άρνηση (ευγενική)
- 言い伝えません
- Παρελθόν (απλό)
- 言い伝えた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 言い伝えました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 言い伝えなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 言い伝えませんでした
- Τε-μορφή
- 言い伝えて
- Δυνητική
- 言い伝えられる
- Προστακτική
- 言い伝えろ
- Βουλητική
- 言い伝えよう
- Υποθετική (ば)
- 言い伝えれば
- Υποθετική (たら)
- 言い伝えたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 言い伝えたい
- Απαγορευτική (~な)
- 言い伝えるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 言い伝えなさい
- Παθητική
- 言い伝えられる
- Αιτιατική
- 言い伝えさせる