言いい分ぶん

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 λόγος, άποψη, θέση, επιχείρημα, ισχυρισμός
  2. 02 παράπονο, ένσταση, αντίρρηση, δυσαρέσκεια

Παραδείγματα

  • 私わたしには言い分いいぶんがあります。

    Έχω κι εγώ κάτι να πω.

  • 彼かれの言い分いいぶんを聞きいてみましょう。

    Ας ακούσουμε και τη δική του άποψη.

  • 双方そうほうの言い分いいぶんを尊重そんちょうし、冷静れいせいに解決策かいけつさくを探さがるべきです。

    Θα πρέπει να σεβαστούμε τις απόψεις και των δύο πλευρών και να αναζητήσουμε ψύχραιμα μια λύση.