言い囃す
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διαδίδω (π.χ. μια φήμη), μιλάω για κάτι (ευρέως), κοροϊδεύω
- 02 εξυμνώ, αποθεώνω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 言い囃す
- Παρόν (ευγενικό)
- 言い囃します
- Άρνηση (απλή)
- 言い囃さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 言い囃しません
- Παρελθόν (απλό)
- 言い囃した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 言い囃しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 言い囃さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 言い囃しませんでした
- Τε-μορφή
- 言い囃して
- Δυνητική
- 言い囃せる
- Προστακτική
- 言い囃せ
- Βουλητική
- 言い囃そう
- Υποθετική (ば)
- 言い囃せば
- Υποθετική (たら)
- 言い囃したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 言い囃したい
- Απαγορευτική (~な)
- 言い囃すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 言い囃しなさい
- Παθητική
- 言い囃される
- Αιτιατική
- 言い囃させる