ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φλερτάρω, πολιορκώ ερωτικά, προσεγγίζω προκλητικά

Κλίση

Παρόν (απλό)
言い寄る
Παρόν (ευγενικό)
言い寄ります
Άρνηση (απλή)
言い寄らない
Άρνηση (ευγενική)
言い寄りません
Παρελθόν (απλό)
言い寄った
Παρελθόν (ευγενικό)
言い寄りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
言い寄らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
言い寄りませんでした
Τε-μορφή
言い寄って
Δυνητική
言い寄れる
Προστακτική
言い寄れ
Βουλητική
言い寄ろう
Υποθετική (ば)
言い寄れば