てる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ισχυρίζομαι, διακηρύσσω, δηλώνω, υποστηρίζω, επιμένω
  2. 02 απαριθμώ, καταγράφω έναν προς έναν, μετρώ
  3. 03 διαδίδω φήμες, πολυλογώ για κάτι
  4. 04 αρχαϊκό χρησιμοποιώ ως δικαιολογία

Κλίση

Παρόν (απλό)
言い立てる
Παρόν (ευγενικό)
言い立てます
Άρνηση (απλή)
言い立てない
Άρνηση (ευγενική)
言い立てません
Παρελθόν (απλό)
言い立てた
Παρελθόν (ευγενικό)
言い立てました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
言い立てなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
言い立てませんでした
Τε-μορφή
言い立てて
Δυνητική
言い立てられる
Προστακτική
言い立てろ
Βουλητική
言い立てよう
Υποθετική (ば)
言い立てれば