言い習わす
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνηθίζω να λέω παραδοσιακά
- 02 έχω τη συνήθεια να λέω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 言い習わす
- Παρόν (ευγενικό)
- 言い習わします
- Άρνηση (απλή)
- 言い習わさない
- Άρνηση (ευγενική)
- 言い習わしません
- Παρελθόν (απλό)
- 言い習わした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 言い習わしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 言い習わさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 言い習わしませんでした
- Τε-μορφή
- 言い習わして
- Δυνητική
- 言い習わせる
- Προστακτική
- 言い習わせ
- Βουλητική
- 言い習わそう
- Υποθετική (ば)
- 言い習わせば
- Υποθετική (たら)
- 言い習わしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 言い習わしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 言い習わすな
- Προστακτική (ευγενική)
- 言い習わしなさい
- Παθητική
- 言い習わされる
- Αιτιατική
- 言い習わさせる