のがれる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δικαιολογούμαι, αποφεύγω την ευθύνη, βρίσκω πρόφαση, υπεκφεύγω

Κλίση

Παρόν (απλό)
言い逃れる
Παρόν (ευγενικό)
言い逃れます
Άρνηση (απλή)
言い逃れない
Άρνηση (ευγενική)
言い逃れません
Παρελθόν (απλό)
言い逃れた
Παρελθόν (ευγενικό)
言い逃れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
言い逃れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
言い逃れませんでした
Τε-μορφή
言い逃れて
Δυνητική
言い逃れられる
Προστακτική
言い逃れろ
Βουλητική
言い逃れよう
Υποθετική (ば)
言い逃れれば